Cookie Consent by Free Privacy Policy Generator
Spectroom
Broken image

Από την Κριτική Σκέψη στην Κατάκριση και το άλλοθι της Ενσυναίσθησης

Η ενσυναίσθηση, όπως ορίστηκε από κορυφαίους ψυχολόγους όπως ο Carl Rogers, είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του άλλου με ακρίβεια, σαν να ήσουν το άλλο άτομο, αλλά χωρίς να χάνεις ποτέ τη συνθήκη του: «σαν να ήσουν».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο που πολλοί χάνουν τον δρόμο τους. Η ενσυναίσθηση, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί κάποιος έπραξε κάτι, διαβάζοντας τα συναισθηματικά του κίνητρα (π.χ. φόβος, ανασφάλεια, θυμός). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν υποχρεώνει την αποδοχή ή τη δικαιολόγηση της πράξης.

Το όριο της ενσυναίσθησης: Η κατανόηση δεν συνιστά δικαιολόγηση

Όπως αναλύει εκτενώς ο καθηγητής ψυχολογίας του Yale, Paul Bloom, στο βιβλίο του Against Empathy: The Case for Rational Compassion (2016), η συναισθηματική ενσυναίσθηση μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη. Μας τυφλώνει, λειτουργεί μεροληπτικά (νιώθουμε μεγαλύτερη ενσυναίσθηση για όσους μας μοιάζουν) και συχνά θολώνει την ηθική μας κρίση.

Ο Bloom προτείνει την «ορθολογική συμπόνια» (rational compassion), η οποία απαιτεί τη χρήση της λογικής. Εκεί ακριβώς τελειώνει η αγνή ενσυναίσθηση και πρέπει να αναλάβει τα ηνία η κριτική σκέψη: κατανοώ τον πόνο ή το κίνητρό σου, αλλά κρίνω την πράξη σου με βάση αντικειμενικά, ηθικά και κοινωνικά κριτήρια. Κρινόμαστε από το αποτύπωμα των πράξεών μας, όχι από την πολυπλοκότητα του εσωτερικού μας τραύματος.

Η άβυσσος μεταξύ κατάκρισης και κριτικής σκέψης

Το λεξιλογικό πρόβλημα στην ελληνική γλώσσα είναι ότι η λέξη «κριτική» χρησιμοποιείται καταχρηστικά και για τις δύο καταστάσεις. Η κατάκριση (ο σχολιασμός, η υποτίμηση, το κουτσομπολιό) είναι μια βαθιά συναισθηματική, συχνά τοξική αντίδραση. Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία, η κατάκριση λειτουργεί συνήθως ως μηχανισμός προβολής.

Ενσυναίσθηση και κριτική

Ο άνθρωπος που υποτιμά και χλευάζει, στην πραγματικότητα εξωτερικεύει τις δικές του ανασφάλειες, προσπαθώντας να ανυψώσει το δικό του «εγώ» μειώνοντας αυτόν που έχει απέναντί του. Δεν απαιτεί καμία νοητική προσπάθεια. Είναι ένα αυτοματοποιημένο, αντανακλαστικό.

Στον αντίποδα, η Κριτική Σκέψη (Critical Thinking) είναι μια εξαιρετικά απαιτητική γνωστική διεργασία. Ο John Dewey στο μνημειώδες έργο του How We Think (1933), την όρισε ως: την ενεργητική, επίμονη και προσεκτική σκέψη πάνω σε κάθε πεποίθηση, υπό το φως των λογικών επιχειρημάτων που την υποστηρίζουν. Η κριτική σκέψη δεν ασχολείται με την απαξίωση προσώπων, αλλά με την αξιολόγηση δεδομένων.

Οι ρίζες αυτής της διαδικασίας φτάνουν στη Μαιευτική του Σωκράτη, ο οποίος δεν χλεύαζε τους συνομιλητές του, αλλά τους έθετε συστηματικές ερωτήσεις για να ελέγξει τη λογική συνοχή των επιχειρημάτων τους.

Η σύγχρονη έρευνα, όπως η περίφημη Έκθεση Delphi (Delphi Report, 1990) υπό τον Peter Facione, καταλήγει στο ότι: η κριτική σκέψη είναι η στοχευμένη, αυτορρυθμιζόμενη κρίση που καταλήγει σε ερμηνεία, ανάλυση, αξιολόγηση και εξαγωγή συμπερασμάτων. Είναι μια διαδικασία αποστειρωμένη από την εμπάθεια και τον χλευασμό.

Το σημείο τομής: όταν η συμπόνια συναντά τη λογική

Αν κάποιος επικαλείται την ενσυναίσθησή του, αλλά καταλήγει να κουτσομπολεύει και να υποτιμά, τότε απλώς χρησιμοποιεί την ενσυναίσθηση ως «κοινωνικό ξέπλυμα» της τοξικότητάς του. Ο τρόπος δηλαδή που «ξεπλένονται» οι προβληματικές συμπεριφορές και παρουσιάζονται σαν δημοκρατικά αξιώματα. Η πραγματική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης δεν οδηγεί στο κουτσομπολιό, αλλά στη σιωπηλή παρατήρηση.

Το υγιές μοντέλο συνδυάζει τα εργαλεία με τον εξής τρόπο: Η ενσυναίσθηση χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με την ψυχολογική κατάσταση του άλλου (ή τη δική μας). Στη συνέχεια, τα δεδομένα αυτά παραδίδονται στην Κριτική Σκέψη, η οποία τα αναλύει ψύχραιμα, τα συνδυάζει με τα γεγονότα και τα αποτελέσματα των πράξεων, και βγάζει ένα τεκμηριωμένο συμπέρασμα.

Η κριτική σκέψη είναι αυτή που θα πει: «Καταλαβαίνω ότι ένιωσες προδομένος (ενσυναίσθηση), αλλά ο τρόπος που αντέδρασες παραβιάζει τα όρια της ηθικής (κριτική σκέψη)». Ούτε χλευασμός, ούτε αδικαιολόγητη άφεση αμαρτιών.

Κριτική σκέψη κι ενσυναίσθηση

Η κριτική σκέψη χτίζει πολίτες ικανούς για διαβούλευση. Η κατάκριση χτίζει όχλους. Και η άκριτη ενσυναίσθηση, αν δεν οριοθετηθεί από τη λογική, δημιουργεί ανθρώπους που δικαιολογούν τα πάντα, καταλήγοντας να μην προστατεύουν τίποτα.

Πρακτική καθημερινότητα

Η μετάβαση από την αυτόματη, συναισθηματική κατάκριση στην ψύχραιμη κριτική σκέψη, δεν είναι ζήτημα καλής πρόθεσης, αλλά νευροβιολογικής και γνωστικής εκπαίδευσης. Η παρόρμηση να κρίνουμε κάποιον, ανήκει σε αυτό που ο νομπελίστας ψυχολόγος Daniel Kahneman ονομάζει «Σύστημα 1»: είναι μια σκέψη γρήγορη, αυτόματη, συναισθηματική και σχεδόν ανακλαστική. Αντίθετα, η κριτική σκέψη ανήκει στο «Σύστημα 2»: είναι αργή, συνειδητή, αναλυτική και απαιτεί προσπάθεια.

Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να σταματήσει το «Σύστημα 1» τη στιγμή ακριβώς που πάει να ενεργοποιηθεί, χρειάζεται να εγκαταστήσει στην καθημερινότητά του πρακτικούς μηχανισμούς αναχαίτισης. Η διαδικασία αυτή μπορεί να δομηθεί στα ακόλουθα πέντε στάδια:

1. Η δημιουργία του «Κενού» (Ο κανόνας των 3 δευτερολέπτων)

Όπως έχει διατυπώσει ο ψυχίατρος Viktor Frankl, ανάμεσα στο ερέθισμα (κάτι που ακούμε ή βλέπουμε) και την αντίδρασή μας (η κατάκριση), υπάρχει ένα κενό. Σε αυτό το κενό βρίσκεται η ελευθερία μας να επιλέξουμε πώς θα αντιδράσουμε. Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η μηχανική παύση.

Όταν νιώθουμε την παρόρμηση να σχολιάσουμε αρνητικά ή να υποτιμήσουμε κάποιον, επιβάλλουμε στον εαυτό μας να πάρει μια βαθιά ανάσα και να μετρήσει νοερά μέχρι το τρία. Αυτός ο ελάχιστος χρόνος είναι αρκετός για να αποτρέψει το στόμα από το να ακολουθήσει το συναισθηματικό αντανακλαστικό και δίνει τον απαραίτητο χρόνο στον εγκέφαλο να ενεργοποιήσει την ορθολογική του πλευρά.

Η δημιουργία του «Κενού» (Ο κανόνας των 3 δευτερολέπτων)

2. Η αποσύνδεση της πράξης από το πρόσωπο

Εδώ αρχίζει η καθαρή εφαρμογή της Κριτικής Σκέψης. Η κατάκριση επιτίθεται στην ταυτότητα: «Είναι ένας ανεύθυνος ψεύτης». Η κριτική σκέψη επιτίθεται στο γεγονός: «Η συγκεκριμένη δήλωση που έκανε χθες δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και η πράξη του προκάλεσε ζημιά».

Το άτομο πρέπει να εκπαιδευτεί να αφαιρεί τα επίθετα που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο και να επικεντρώνεται στα ρήματα που περιγράφουν τη συμπεριφορά. Με αυτόν τον τρόπο, απομακρύνεται από το τοξικό κουτσομπολιό και περνάει στην αντικειμενική αξιολόγηση δεδομένων.

3. Τα Σωκρατικά ερωτήματα στον Εαυτό

Πριν εκφέρουμε οποιαδήποτε κρίση, έστω και εσωτερικά, περνάμε τα δεδομένα από το φίλτρο βασικών ερωτημάτων, βασισμένων στις αρχές της συστηματικής αμφιβολίας:

  • Ποια είναι τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα; (Διαχωρισμός γεγονότος από ερμηνεία).
  • Έχω ολόκληρη την εικόνα; (Αναγνώριση του ορίου της γνώσης μας).
  • Ποια ήταν τα πιθανά κίνητρά του; (Εδώ ακριβώς επανέρχεται η πραγματική ενσυναίσθηση, ως εργαλείο συλλογής δεδομένων, όχι ως συγχωροχάρτι).

4. Η τελική απόφαση: εποικοδομητική παρέμβαση ή σιωπή

Η κριτική σκέψη έχει πάντα έναν σκοπό. Η κατάκριση γίνεται απλώς για εκτόνωση. Αφού το άτομο αξιολογήσει την κατάσταση ψύχραιμα, καταλήγει σε ένα δίλημμα: Έχει νόημα να εκφράσω την κρίση μου; Θα βελτιώσει την κατάσταση, θα προστατεύσει κάποιον ή θα προσφέρει μια λύση;

Αν η απάντηση είναι αρνητική, η κριτική σκέψη επιλέγει συνειδητά τη σιωπή. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να μοιραστούμε μια αξιολόγηση που δεν προσφέρει προστιθέμενη αξία, παρά μόνο θόρυβο.

5. Ο έλεγχος του καθρέφτη (Η αναγνώριση της προβολής)

Τη στιγμή της παύσης, το άτομο καλείται να χρησιμοποιήσει την ενδοσκόπηση πριν χρησιμοποιήσει την ενσυναίσθηση για τον άλλον. Η ερώτηση δεν είναι «τι έκανε αυτός;», αλλά: «γιατί με ενοχλεί εμένα τόσο πολύ;».

Ο έλεγχος του καθρέφτη (Η αναγνώριση της προβολής)

Η κοινωνική ψυχολογία μας διδάσκει πως η σφοδρή, συναισθηματική κατάκριση συχνά αποτελεί προβολή δικών μας ανασφαλειών, απωθημένων επιθυμιών ή φόβων. Αν αναγνωρίσουμε ότι ο θυμός μας πηγάζει από δικό μας εσωτερικό έλλειμμα, η διάθεση για χλευασμό συνήθως καταρρέει αμέσως.


Η εκπαίδευση στο μοντέλο του «Συστήματος 2» μοιάζει με την εκγύμναση ενός μυός. Τις πρώτες φορές, το συναίσθημα θα νικά και η κατάκριση θα ξεφεύγει. Όμως, με τη συστηματική εφαρμογή της «παύσης» και της «σωκρατικής ανάκρισης», η διαδικασία αρχίζει να αυτοματοποιείται, δημιουργώντας έναν άνθρωπο που παρατηρεί πολλά, κατανοεί βαθιά, αλλά μιλάει και κρίνει αυστηρά, μόνο όταν τα δεδομένα το επιβάλλουν.

Βιβλιογραφικές Αναφορές & Στοιχεία:

  • Bloom, P. (2016). Against Empathy: The Case for Rational Compassion. Ecco Press. (Επιχειρηματολογία για τους κινδύνους της συναισθηματικής ενσυναίσθησης και την ανάγκη ορθολογικής συμπόνιας).
  • Dewey, J. (1933). How We Think: A Restatement of the Relation of Reflective Thinking to the Educative Process. D.C. Heath & Co. (Ο θεμελιώδης ορισμός της αναστοχαστικής/κριτικής σκέψης).
  • Facione, P. A. (1990). Critical Thinking: A Statement of Expert Consensus for Purposes of Educational Assessment and Instruction (The Delphi Report). California Academic Press. (Η κορυφαία σύγχρονη επιστημονική συμφωνία για τις γνωστικές δεξιότητες που απαρτίζουν την κριτική σκέψη).
  • Rogers, C. R. (1959). A Theory of Therapy, Personality, and Interpersonal Relationships as Developed in the Client-Centered Framework. In S. Koch (Ed.), Psychology: A Study of a Science. (Η κλασική προσέγγιση στα όρια της ενσυναίσθησης και της προσωποκεντρικής προσέγγισης).

Βαθμολογήστε το άρθρο!

Οι επιλογές σας θα δημοσιευτούν στο "IRIS Magazine"

Λυπούμαστε που δεν μείνατε ικανοποιημένοι από το άρθρο.

Μπορείτε όμως να μας βοηθήστε, να γίνουμε καλύτεροι!

Πείτε μας, τί θα θέλατε να βελτιώσουμε;


Αν αυτό που διάβασες σε άγγιξε, σε προβλημάτισε, σου δημιούργησε μια απορία
ή μια διάθεση για περισσότερα, μείνε κοντά.

Θα σε ειδοποιούμε για νέα άρθρα
—και περιστασιακά για κάτι που θ’ αξίζει την προσοχή σου—
χωρίς θόρυβο. 

Spectroom Newsletter
(Θα χρειαστεί να επιβεβαιώσεις το email σου)

Team Spectroom

"Γράψε κάτι, που αξίζει να διαβαστεί
ή κάνε κάτι, που αξίζει να γραφτεί..."

(Βενιαμίν Φραγκλίνος)

Άφησε ένα σχόλιο...